ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ


Σε ευρύ επίπεδο, πρέπει να επιτευχθεί ισορροπία μεταξύ της προστασίας των ειδών και της προστασίας του οικοσυστήματος σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο, και τα μέτρα που λαμβάνονται κατά περιοχή. Πολύ λίγα από τα μέτρα που λαμβάνονται κατά περιοχή μπορούν να προκαλέσουν επιπλέον βλάβη σε ευαίσθητα τοπία, οικοσυστήματα και είδη. Εάν υπάρχουν πάρα πολλά, το όφελος από τέτοια μέτρα ως εργαλείο προστασίας θα μπορούσε να διαβρωθεί από την υπερβολικά περίπλοκη εφαρμογή και επίβλεψη, ή να προκαλέσει πρόβλημα λόγω του αριθμού των πρωτοβουλιών προστασίας σε κάθε τομέα.

Για το λόγο αυτό, κάθε αποτελεσματική προσέγγιση για την εθνική διατήρηση θα πρέπει να ανταποκρίνεται στις οικολογικές ανάγκες για την προστασία με μία χωρική και χρονική κλίμακα, κατάλληλη για τα συγκεκριμένα είδη. Αυτό μπορεί να ποικίλει από την αντιμετώπιση διάφορων θεμάτων όπως η μόλυνση έως την διαχείριση αναγκών των κατοικιών διαφόρων ειδών σε συγκεκριμένες τοποθεσίες. Στην καρδιά τέτοιων θεμάτων, βρίσκονται οι πρακτικότητες της διαχείρισης και της επίβλεψης καθώς και το κόστος και οι δυσκολίες που συνδέονται με αυτά. Οι προστατευόμενες περιοχές πρέπει να παραμείνουν σημαντικό στοιχείο της κάθε προσέγγισης, αλλά μόνο σαν μέρος του συνολικού πλαισίου που θα είναι απαραίτητο για την διατήρηση και διαχείριση τοποθεσιών, οικοσυστημάτων και ειδών που είναι εθνικής σημασίας.

Ωστόσο, πριν συζητηθούν τα στοιχεία που θα μπορούσαν να διαμορφώσουν αυτό το πλαίσιο, υπάρχουν δυο σημαντικοί, αρχικοί παράγοντες, των οποίων η αντιμετώπιση θα επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την προσέγγιση η οποία θα υιοθετηθεί, ίσως ανεξάρτητα από τους επιφανείς στόχους. Ο πρώτος είναι, το πόσο οι διάφοροι αρμόδιοι που είναι υπεύθυνοι για το περιβάλλον θα επηρεάσουν το πλαίσιο που θα αναπτυχθεί. Ο δεύτερος είναι σε πιο βαθμό μπορεί να διαχωριστεί η προστασία της φύσης από τα ευρύτερα περιβαλλοντολογικά θέματα. Και οι δύο συνδέονται.

Παρόμοιες μελέτες μπορεί να επηρεάσουν το δεύτερο προκαταρκτικό ζήτημα τον βαθμό μέχρι τον οποίο η διατήρηση της φύσης μπορεί να διαχωριστεί από τα ευρύτερα περιβαλλοντολογικά θέματα. Σε γενικές γραμμές, φαίνεται ότι υπάρχει μικρότερη αποτελεσματικότητα στην συγκέντρωση ύπαρξης ξεχωριστών θεμάτων διατήρησης του φυσικού περιβάλλοντος. Σε άλλους περιβαλλοντολογικούς τομείς, οι αλληλεπιδράσεις με άλλα ζητήματα της φυσικής κληρονομιάς, την διασκέδαση (τουρισμός, ελεύθερος χρόνος, εκπαίδευση), τις μη-φυσικές κληρονομικές αξίες (αρχαιολογία) και γενικά θέματα μόλυνσης, ή η ευρύτερη περιβαλλοντολογική υγεία των προστατευόμενων περιοχών. Για αυτό το λόγο, η κάθε προσέγγιση απαιτεί ευρύτερη αντίληψη για τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ της προστασίας της φύσης και των υπολοίπων περιβαλλοντολογικών ζητημάτων. Συμπεραίνεται επίσης ότι η εφαρμογή οποιουδήποτε πλαισίου για την διατήρηση της φύσης πρέπει οπωσδήποτε να ενσωματώνει σημαντικές διαφοροποιήσεις στην εφαρμογή αλλά όχι σε υποκειμενικούς στόχους και αρχές για να ανταποκρίνεται σε πολλά διαφορετικά νομικά και άλλα σχετικά περιβάλλοντα. Για το τελευταίο, ένα ευρύτερο περιβαλλοντολογικό πλαίσιο φαίνεται λογικό και περισσότερο σχετικό με την κυριαρχία της Κυβέρνησης ως ρυθμιστή και κλειδί στις σχέσεις με τις Ευρωπαϊκές και διεθνές υποχρεώσεις. Για το προηγούμενο, φαίνεται ότι είναι πιο πρακτικό να προωθηθεί μια προσέγγιση συνεχούς αναγνώρισης της σημασίας των ενδιαφερομένων τομέων και να αναζητηθούν και οικοδομηθούν κοινές αρχές και κοινή προσέγγιση στους στόχους.

Ωστόσο, εκεί που υπήρξε ομόφωνη συμφωνία ήταν ότι είναι ουσιαστικό να αναπτυχθεί μια συνολική προσέγγιση που να αναγνωρίζει και να είναι γενικά κολακευτική μεταξύ των διαφορετικών γεωγραφικών θαλάσσιων περιοχών, κάμπων, και ορεινών περιοχών