Μίνι – Υδροηλεκτρικά
συστήµατα
ΞΑΝΘΗ (Ελλάδα)
Σαν ανανεώσιµη πηγή ενέργειας, η υδραυλική ενέργεια χρησιµοποιείται πάντα. Ωφεληµένες σε πολλές χώρες από την τεχνολογική πρόοδο και την υποστήριξη της κυβερνητικής πολιτικής, οι µικρές υδροηλεκτρικές εγκαταστάσεις µπορούν να οργανωθούν µε ελάχιστες δαπάνες. Κάνοντας αυτό ακρογωνιαίο λίθο ενός ανθεκτικού στρατηγικού αναπτυξιακού προγράµµατος, και µε σταθερό στόχο το κίνητρο για τοπικές πρωτοβουλίες, ο δήµος Ξάνθης στην Ελλάδα αποφάσισε να ιδρύσει µίνι-υδραυλικές εγκαταστάσεις και να εισάγει το ρεύµα που παράγεται στο εθνικό δίκτυο.
Η πόλη Βρίσκεται κοντά στο βουνό Ροδόπη, σε µια αγροτική περιοχή της Ελλάδας, η Ξάνθη (33.800 κάτοικοι) είναι η πρωτεύουσα του νοµού που διαθέτει το ίδιο όνοµα.
Μετά από ένα µαρτυρικό παρελθόν που συνδέθηκε µε την ιστορία της Θράκης, η πόλη αναπτύχθηκε σε ένα εµπορικό, πολιτιστικό και πνευµατικό κέντρο στην
περιοχή. Η βιοµηχανία καπνού, που αναπτύχθηκε εκεί από το 18ο αιώνα, βοήθησε να διαδοθεί η φήµη της σε ολόκληρη την Ευρώπη και την οδήγησε στην ευηµερία.
Το ∆ηµοκρίτειο πανεπιστήµιο και τα επιµέρους τµήµατα µηχανικής αποτελούν µια πραγµατική µηχανή ανάπτυξης για την περιφερειακή οικονοµική δραστηριότητα.

ΓΕΝΙΚΑ
Χαρακτηριζόµενη ως αναπτυσσόµενη περιοχή από την ελληνική κυβέρνηση, η περιοχή της
Θράκης ενισχύει τις δραστηριότητές της για την επιστροφή της στο επίκεντρο του πολιτικού και οικονοµικού πεδίου. Για το λόγο αυτό, οι τοπικές αρχές και η πόλη της Ξάνθης ειδικότερα, συνδυάζουν τις δυνάµεις για να ενθαρρύνουν τη διοικητική αποκέντρωση των δοµών λήψης αποφάσεων και να δώσουν περισσότερη ισχύ στις περιοχές. Η πληροφόρηση των πολιτών και η ενθάρρυνση της ενεργούς συµβολής τους στο σχεδιασµό ενός ισχυρού τοπικού αναπτυξιακού προγράµµατος αποτελούν τη βάση αυτής της στρατηγικής, η οποία θα δώσει στην πόλη έναν πιο ουσιαστικό ρόλο.
Το κύριο πρόγραµµα για τη συγκεκριµένη ανάπτυξη, παρουσιάστηκε από το δηµοτικό συµβούλιο στα πλαίσια της τοπικής Ατζέντας 21, καλύπτοντας την ανάπτυξη της αστικής περιοχής στους πολιτιστικούς, λειτουργικούς και περιβαλλοντικούς τοµείς της, όπου απονεµήθηκε ένα Ευρωπαϊκό βραβείο (Ευρωπαϊκό Βραβείο για τη βιώσιµη ανάπτυξη - Λισσαβώνα 1996, αναφέρεται από το Συµβούλιο των ευρωπαϊκών δήµων και περιοχών ως ένα από τα 18 καλύτερα παραδείγµατα διαρκούς ανάπτυξης στην Ευρώπη) καθώς επίσης και ένα παγκόσµιο βραβείο (διεθνής διάκριση καλών πρακτικών στο Dubai 1998).
Ως τµήµα του ίδιου πλάνου, ενός περιφερειακού ενεργειακού γραφείου για την ανατολική
Μακεδονία και τη Θράκη, που διευθύνεται από το δήµαρχο της Ξάνθης, αποκρυστάλλωσε τις ελπίδες της πόλης για µια αποκεντρωµένη ενεργειακή πολιτική. Οι τοπικές αρχές καλούνται να συµµετέχουν ενεργά στην οικονοµική ανάπτυξη της περιοχής µε την προώθηση της εφαρµογής προγραµµάτων για την ενεργειακή αποδοτικότητα και τη χρήση ανανεώσιµων πηγών ενέργειας. Μερικές από τις αντιπροσωπευτικότερες δραστηριότητες περιλαµβάνουν:
• Οργάνωση και συµµετοχή στο 4ο εθνικό συνέδριο σχετικά µε τις ανανεώσιµες πηγές
ενέργειες (1992) και σε ένα συµπόσιο που πραγµατοποιείται για την παρουσίαση της
περιφερειακής ενεργειακής κατάστασης και της πιθανής χρήσης των ενδογενών πηγών
ενέργειας (σε συνεργασία µε την ELFORES - φόρουµ για τις ελληνικές ανανεώσιµες µορφές ενέργειας - και το Κέντρο Ανανεώσιµων πηγών ενέργειας, Ιούλιος 1996).
• Προετοιµασία µιας σειράς ετήσιων συναντήσεων για την επιστηµονική έρευνα που
εφαρµόζεται για την προστασία του περιβάλλοντος (Ιούνιος 2000).
• Συµµετοχή σε προγράµµατα για την προώθηση της ενεργειακής αποδοτικότητας στα
δηµόσια κτήρια (αποκατάσταση του ιστορικού κέντρου της Ξάνθης), βιολογική επεξεργασία του απόβλητου ύδατος και διαχείριση των αποβλήτων.
Εµπειρία Μεταφράζοντας το στόχο του δήµου και ενσωµατώνοντάς τον ως ένα παράδειγµα στον τοµέα της τοπικής ενεργειακής πολιτικής σε ένα συγκεκριµένο πρόγραµµα, ο δήµαρχος της Ξάνθης πήρε την πρωτοβουλία για την κατασκευή µίνι-υδροηλεκτρικών εγκαταστάσεων παραγωγής ενέργειας στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Ο σχεδιασµός της διαχείρισης εγκαταστάσεων και εργασίας προσφέρθηκε από τα τεχνικά τµήµατα του ∆ήµου Ξάνθης.
Οι εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας χτίστηκαν κοντά στις πόλεις Χρυσούπολη και Ξεριά, κατά µήκος ενός καναλιού άρδευσης που παρέχει νερό στα αγροκτήµατα της πεδιάδας, το οποίο συλλέγετε 12 χλµ από όπου πηγάζει ο ποταµός Νέστος. Σε αυτό το
σηµείο, το κανάλι έχει δύο διαδοχικές πτώσεις που προκαλούν µια ξαφνική πτώση 9,50 m από το κανονικό επίπεδο. Για να εκµεταλλευτεί αυτό το υδραυλικό φαινόµενο, ένα µακρύ κανάλι εκροής 200 µέτρων αναπτύχθηκε για την παροχή νερού σε µία οριζόντια τουρµπίνα Kaplan (τύπος "s").
Τα συστήµατα παραγωγής ενέργειας είναι συστήµατα "ροής-του-ποταµού", χωρίς δεξαµενή που να δηµιουργείται λόγω της πιθανής επίδρασής της στο περιβάλλον. Η ταχύτητα ροής στο αρδευτικό κανάλι µπορεί να φθάσει τα 24 m3/s αλλά αλλάζει σύµφωνα µε τις ευρείες εποχιακές διαφοροποιήσεις. Για αυτό το λόγο, η τουρµπίνα είναι τέτοιου µεγέθους ώστε να µπορεί να προσεγγίσει ένα ποσοστό που κυµαίνεται µεταξύ 5 και 12 m3/s. Επίσης έχει προγραµµατιστεί το διάστηµα για την εγκατάσταση µιας δεύτερης τουρµπίνας µε τα ίδια χαρακτηριστικά. Αυτό πρέπει να πάει στην επιτροπή µόλις ολοκληρωθεί το φράγµα στον ποταµό Νέστο, και µεταξύ άλλων πρέπει να σταθεροποιηθεί η ροή στο αρδευτικό κανάλι σε 24 m3/s.
Το µηχανικό µέρος του προγράµµατος ξεκίνησε το 1992 και η ηλεκτρική εφαρµογή του ολοκληρώθηκε το Μάρτιο του 1995. Μια γραµµή ηλεκτρικής ενέργειας σύρθηκε άνω των
150 µέτρων για να συνδέσει τις εγκαταστάσεις µε το εθνικό δηµόσιο δίκτυο ( ∆ΕΗ) µέση τάση δικτύου (20 kV). Για να καταφέρουν την ποιότητα, την αξιοπιστία και την ασφάλεια
της συγκεκριµένης λειτουργίας, ελήφθησαν µετρήσεις για την εξασφάλιση της επίδρασης της σύνδεσης της τουρµπίνας µε το δίκτυο, σύµφωνα µε τις οδηγίες του κατασκευαστή. Μια ηλεκτρονική συσκευή χρησιµοποιείται για τον τηλεχειρισµό και την παρακολούθηση του συστήµατος. Μόνο ένα άτοµο απασχολείται για τη συντήρηση και τις καθηµερινές επιθεωρήσεις.
Η ετήσια παραγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας 5.200.000 kWh (αντιστοιχεί περίπου σε κατανάλωση 1350 νοικοκυριών), πωλείται ολόκληρη πίσω στη ∆ΕΗ.
Ο δήµος έλαβε κοινή χρηµατοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ελληνική κυβέρνηση για το έργο, ως µέρος του αναπτυξιακού προγράµµατος για την ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη.